σίραιος οἶνος Save Bailly 2024 Pape σίραιος οἶνος (ὁ) vin cuit, vin doux, Diosc. 5, 9 ; Arét. Cur. m. acut. 1, 1. σίραιος οἶνος, ὁ, eingekochter Most, vgl σίραιον.